καταπολεμώ


καταπολεμώ
[катаполэмо] р. воевать, побеждать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταπολεμώ" в других словарях:

  • καταπολεμώ — και καταπολεμάω καταπολέμησα, καταπολεμήθηκα, καταπολεμημένος 1. κατανικώ, κατασυντρίβω, κατατροπώνω: Τον καταπολέμησαν τον εχθρό στην ίδια του τη χώρα. 2. ενεργώ εντατικά εναντίον κάποιου, αντιπολιτεύομαι: Θα τον καταπολεμήσω στις εκλογές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταπολεμώ — καταπολεμάω / καταπολεμώ (παρατατ. ούσα), καταπολέμησα βλ. πίν. 58 Σημειώσεις: καταπολεμώ, καταπολεμώμαι : παρά το γεγονός ότι προέρχεται από το αρχαίο ρ. πολεμέω, πολεμούμαι, έχει επικρατήσει στην κοινή νεοελληνική η κλίση σε ώμαι (βλ. π.χ.… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταπολεμώ — (AM καταπολεμώ, έω) 1. κατανικώ 2. αγωνίζομαι εναντίον κάποιου νεοελλ. μτφ. 1. αγωνίζομαι να καταστείλω ή να εξαλείψω κάτι («δεν μπορούν να καταπολεμήσουν την ακρίδα») 2. αντιπράττω, αντιπολιτεύομαι («αν και ήμουν φίλος σου εσύ μέ καταπολεμάς») …   Dictionary of Greek

  • καταπολεμῶ — καταπολεμέω war down pres subj act 1st sg (attic epic doric) καταπολεμέω war down pres ind act 1st sg (attic epic doric) καταπολεμέω war down pres subj act 1st sg (attic epic doric) καταπολεμέω war down pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακαταπολέμητος — η, ο (Α ἀκαταπολέμητος, ον) [καταπολεμῶ] εκείνος, τον οποίο δεν μπορεί κανείς να καταπολεμήσει, ο ακαταγώνιστος …   Dictionary of Greek

  • αντιμάχομαι — (AM ἀντιμάχομαι) μάχομαι εναντίον κάποιου, καταπολεμώ νεοελλ. 1. εχθρεύομαι, αποστρέφομαι 2. προβάλλω αντίσταση 3. (μτχ.) τα αντιμαχόμενα ρητορικό σχήμα με το οποίο αποδεικνύεται το άτοπο ενός ισχυρισμού, ο οποίος δεν συμβιβάζεται με τη φύση του… …   Dictionary of Greek

  • αντιμαχώ — (AM ἀντιμαχῶ, έω) καταπολεμώ, πολεμώ αρχ. κάνω ένσταση …   Dictionary of Greek

  • απογνωσιμαχώ — ἀπογνωσιμαχῶ ( έω) (Α) γνωσιμαχώ, καταπολεμώ μια γνώμη …   Dictionary of Greek

  • καθοπλίζω — (Α καθοπλίζω) εφοδιάζω, εξοπλίζω εντελώς, αρματώνω με όλα τα όπλα («καθοπλίσας τῆδε τῆ πανοπλίᾳ», Αισχίν.) αρχ. 1. καταπολεμώ, κατανικώ κάποιον («τὸ μὴ καθοπλίσασα», Σοφ.) 2. παθ. καθοπλίζομαι α) είμαι εφοδιασμένος, εξοπλισμένος εντελώς («ὑμᾱς… …   Dictionary of Greek

  • καθυπερακοντίζω — (Α) (επιτατ. τού υπερακοντίζω) 1. ρίχνω το ακόντιο και υπερβαίνω πολύ τον στόχο μου 2. μτφ. κατανικώ, καταπολεμώ κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)* + ὑπερ ακοντίζω «υπερβαίνω τον στόχο με το ακόντιο»] …   Dictionary of Greek